Είδα την ταινία και μου άρεσε. Μετά διάβασα και το βιβλίο (ανάποδος, ως συνήθως) και μου άρεσε ακόμη περισσότερο. Το παρακάτω κείμενο είναι η κριτική του βιβλίου από το ‘αδελφό’ ιστολόγιο Cynical Reads.

Γράφει ο Η.Χ:

Σε ένα μετα-αποκαλυπτικό, δυστοπικό, γήινο σκηνικό, με φόντο μια ρωμαϊκού τύπου γεωπολιτική και ταξική δομή, οι κοινωνίες είναι χωρισμένες και απομονωμένες σε επιμέρους περιοχές, οι οποίες φρουρούνται, ελέγχονται και διοικούνται με σιδερένια πυγμή από τη δικτατορική εξουσία της Πάνεμ, με έδρα την Κάπιτολ. Προκειμένου να εμφυσήσει το φόβο και τον παραδειγματισμό στις 12 αυτές περιοχές και συνεπώς να ακρωτηριάσει εν τη γενέσει της κάθε ελπίδα νέου ξεσηκωμού, η κεντρική κυβέρνηση έχει θεσμοθετήσει τους «Αγώνες Πείνας», κατά τους οποίους νέοι και νέες από τους υποταγμένους κοινωνικούς θύλακες εξαναγκάζονται να συμμετέχουν σε έναν αγώνα μέχρι θανάτου, προς τέρψη του φιλοθεάμονος, παρακμάζοντος, μπουρλέσκ και μετροσέξουαλ κοινού της Κάπιτολ. Η Κάτνις, μια νεαρή κοπέλα από την περιοχή 12, σε μια απελπισμένη, απροσχεδίαστη προσπάθεια να προστατέψει τη μικρή της αδερφή από το σφαγείο των Αγώνων, εισέρχεται εθελοντικά στο θεσμό, καλούμενη να αντιπαρατεθεί με μια αιμοδιψή και αδαή κοινωνία, με ικανούς και πολεμοχαρείς διαγωνιζόμενους και με την άτεγκτη σαδιστική εξουσία της Πάνεμ.

Η αυστηρά πρώτου προσώπου αφήγηση αποπειράται να ξυπνήσει την αναγνωστική ενσυναίσθηση για τις πράξεις της Κάτνις από την περιοχή 12, οι οποίες εκπορεύονται από συγκυριακά και αναπάντεχα ατομικιστικά κίνητρα κι ένστικτα αυτοσυντήρησης. Τούτο όχι μόνο συμβάλλει στον λογοτεχνικά ελκυστικό χαρακτηρισμό της ως αντιηρωίδας, αλλά περιβάλλει την Κάτνις με τα φυσικά, ανθρώπινα ελαττώματα μιας φοβισμένης, άξεστης, υπόδουλης έφηβης, απομυθοποιώντας την, εξανθρωπίζοντάς την κι εν τέλει εξυψώνοντάς την μέσα από αυτή ακριβώς τη μετωπική σύγκρουσή της με τον αφύσικο και μαρτυρικό αλτρουισμό του υπερήρωα, επαναστατικά συνειδητοποιημένου ποπολάρου. Συνακόλουθα, οι όποιες συναισθηματικές εξάρσεις αυταπάρνησής της φαντάζουν αυθεντικές κι όχι υστερόβουλες. Τα κατορθώματά της γιγαντώνονται από αυτήν ακριβώς την προσωποποίηση της καθημερινότητας και τον κυνισμό της επιβίωσης, που της επιβάλλει να σκοτώσει. Όσοι χαρακτήρες την πλαισιώνουν λειτουργούν ως πολυσυλλεκτικές επιρροές και εναύσματα, προκειμένου η Κάτνις να ξεδιπλώσει συναισθήματα και ικανότητες: ευαισθησία, εκδικητικότητα, ντροπή, άγνοια, κοινωνική αδεξιότητα, μοναχικότητα, ενθουσιασμό, ματαιοδοξία, ζήλια, υστεροβουλία, ανθρωπισμό και ένα απαράμιλλο ταλέντο για επιβίωση. Ο συνεσταλμένος, εσωστρεφής και απρόβλεπτος Πίτα (ο συναγωνιστής της 12ης περιοχής και το έναυσμα για τη ρομαντική πλευρά της ιστορίας –conditio sine qua non στα νέα ήθη της νεανικής λογοτεχνίας) ο κυνικός, αμφιλεγόμενος, μέθυσος Χέιμιτς (μέντορας των δύο νέων της περιοχής 12), ο μυστηριώδης Σίνα, η αθώα και μικρότερη των διαγωνιζομένων γλυκιά Ρου, όλοι τους έρχονται να εμπλουτίσουν και να προκαλέσουν εσωτερική σύγχυση στο χαρακτήρα της Κάτνις, που χωρίς τη βοήθειά τους θα έμοιαζε μονότονα προσκολλημένη στα πείσματά της κι εγκλωβισμένη στην αοριστία και την αβεβαιότητα των κινήτρων της.

Οι καταφανείς επιρροές της πλοκής και του θέματος δεν ενοχλούν. Αντιθέτως, λειτουργούν ως ψυχολογικό υπόβαθρο για τον αναγνώστη, ο οποίος δεν χρειάζεται να υποβληθεί εκ νέου σε μια περιγραφική προπαγάνδα ανθρωπιστικής και ιδεολογικής εχθρότητας ενάντια στην Πάνεμ και σε όσα συμβολίζει, καθώς η φυσική του αντίθεση και αποστροφή για τα απολυταρχικά καθεστώτα και τις ανελεύθερες μεθόδους τους έχει επανειλημμένως καλλιεργηθεί από όλα τα δημοφιλή media. Το 1984 του Orwell, το The Iron Heel του London το V for Vendetta του Alan Moore, o Γενναίος Νέος Κόσμος του Huxley, το TheHandmaid’Tale της Margaret Atwood, ακόμη και τα κινηματογραφικάEquilibrium και Battle Royale, είναι οι προφανέστερες και λαοφιλέστερες δυστοπικές συγγένειες του έργου της Suzanne Clark, που αποφασίζει γενναία να μεταφέρει τον πολιτικό και ανθρωπολογικό προβληματισμό των εν λόγω έργων στην αμφιλεγόμενη σύγχρονη νεανική λογοτεχνία, προχωρώντας πάντως στους αναγκαίους συμβιβασμούς και προσθήκες ώστε να καταστήσει την πλοκή ψυχολογικά ηπιότερη, λιγότερο βίαιη και πιο ελκυστική στο target group της, χωρίς φυσικά να συναγωνίζεται κοινωνιολογικά σε βάθος και στυγνότητα τον Άρχοντα των Μυγών, αλλά ούτε και να φιλοδοξεί κάτι τέτοιο.

Εκεί που τα καταφέρνει περίφημα το συγκεκριμένο βιβλίο είναι στην κλιμάκωση της έντασης, μέχρι τις πρώτες σελίδες του άτυπου «β’ μέρους», καθώς ουσιαστικά αναρριχόμαστε στο plateau της δράσης, με τις πρώτες ημέρες στην περίφημη αρένα των Αγώνων Πείνας και το πρώτο αίμα να εκτονώνουν και να λυτρώνουν την αποπνικτική αδημονία που διέπει τα περίλαμπρα προεόρτια της σύγκρουσης – αντάξια κι αντιπροσωπευτικά ενός παρηκμασμένου reality show star system, που απευθύνεται σε χειραγωγήσιμες μάζες περιορισμένης κριτικής ικανότητας και παραπέμπει δυσοίωνα στη δική μας μιντιακή πραγματικότητα. Η δράση δεν είναι καταιγιστική, αλλά –έστω και για λίγα κεφάλαια– είναι απρόσμενα σκληρή. Χωρίς να αποδύεται σε –απαγορευτικές για το είδος– αιματοβαμμένες περιγραφές, η ωμή, εσκεμμένα αντιλυρική και άμεση αποτύπωση των πρώτων απωλειών εκπληρώνει την αποστολή τού ήπιου αναγνωστικού σοκ.  Στον αντίποδα, μετά την κορύφωση, η συγγραφέας έρχεται μετανοημένη να υπακούσει στις μανιέρες του συρμού και να στρέψει την προσοχή της στο ειδύλλιο, εκ των πραγμάτων φιμώνοντας τον ορυμαγδό των βίαιων εξελίξεων. Λίγο πριν το φινάλε, η ύστατη απόπειρα της συγγραφέως για μια ανατρεπτική επιστροφή στα βίαια ξεσπάσματα αποδεικνύεται μάλλον άκομψη και περιττή, εισάγοντας ένα στοιχείο στο μεταίχμιο της επιστημονικής φαντασίας και του υπερφυσικού, που φαντάζει παράταιρο στα όρια του σουρεαλισμού και αποκόπτει σε μεγάλο βαθμό τους συναισθηματικούς δεσμούς του αναγνώστη με κάποιους εκ των πεσόντων χαρακτήρων (ίσως για αυτόν ακριβώς το λόγο η σεναριακή αντιστοιχία της εν λόγω σκηνής στην ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου είχε λιγότερο ριψοκίνδυνο κι ευφάνταστο χαρακτήρα, αν δεν με απατά η μνήμη μου).

Συνολικά πρόκειται για ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, που πραγματώνει τις βασικές του αποστολές, ευτυχέστατα αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τους ροζ σκοπέλους και την πολιτική ορθότητα κι εν τέλει επιστρέφει στην προ δεκαετιών αντίληψη περί νεανικής λογοτεχνίας ενσταλάζοντας χρήσιμα μηνύματα, με κυριότερο –ίσως και χρησιμότερο– όλων, την αποστροφή προς ένα επίκαιρο έκτρωμα: τη στυγνή εκμετάλλευση της ανθρώπινης προσωπικότητας και εικόνας από το σύστημα των media, είτε για την προώθηση των ιδιοτελών τους σκοπών, είτε για χάρη της πολιτικής προπαγάνδας, με κατά περίπτωση εντολοδότες και συνυπεύθυνους τόσο την καθεστηκυία τάξη όσο και τους εχθρούς της. Ιδίως τούτο το τελευταίο στοιχείο μέλλει να αναδειχθεί εμφατικά στα δύο επόμενα βιβλία της τριλογίας της Collins (Φωτιά & Κοτσυφόκισσα), που δυστυχώς αποδεικνύονται κατώτερα του πρώτου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα…

Advertisements