Η κυρία με το καλό φουστάνι. Θεωρεί τα Επιδαύρια κοσμικό γεγονός και στολίζεται για να πάει. Αφού φορέσει την Άρτα και τα Γιάννενα ξεκινάει από την Αθήνα με το σύζυγο για σοφέρ. Πρώτη στάση στο Ξενία της Επιδαύρου που μπορεί να μην έχει τίποτα από την παλιά του αίγλη ωστόσο είναι το μόνο μέρος που της θυμίζει τα παλιά καλά 70s που τόσο αγάπησε. Πίνει το βερμούτ της χαζεύοντας τον κόσμο που ανεβαίνει προς το θέατρο και απορεί: «μα καλά που πάνε έτσι; Τς τς τς… κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά και να κυκλοφορούν σαν τους μπετατζήδες με τα τζιν. Χάθηκε ένα φουστανάκι; Α πα πα…» Μετά την παράσταση θα τηλεφωνήσει στις φίλες της για να σχολιάσουν τις άλλες κοσμικές παρουσίες και τα φορέματα των πρωταγωνιστριών (είχε λατρέψει τα ρούχα της Helen Mirren στη Φαίδρα, 2009). Στο γυρισμό θα κάνει μια στάση στην Κινέττα να επισκεφτεί τη φίλη της τη Ζωζώ.

Ο παραλίας/ περαστικός/ τουρίστας. Είδε φώς και μπήκε. Ή τον έφερε η (πιο θεατρόφιλη) παρέα του τραβώντας. Φοράει μαγιό και σαγιονάρες και αντιμετωπίζει την παράσταση σαν μουσείο που μιλάει! Η χρησιμότητα της παρακολούθησης της παράστασης, για αυτόν, εξαντλείται στην αναγνώριση των προσώπων των ηθοποιών (ρε αυτός δεν έπαιζε στη Λάμψη;) τα οποία θα έχει σαν σημείο αναφοράς για το υπόλοιπο της βραδιάς καθώς αργότερα θα τα ξανασυναντήσει στην disco Capaki της Παλιάς Επιδαύρου. Θα έχει να το λέει πως χόρεψε το «Daddy cool» με την Κασσάνδρα και το «I will survive» με μια κοπέλα από το χορό των Τρωάδων! Προτιμάει πάντως τις κωμωδίες. Ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες πρωταγωνιστούν αναγνωρίσιμοι τηλεοπτικά ηθοποιοί (εξαιτίας κάτι τέτοιων τύπων λουζόμαστε τον Π. Φιλιππίδη κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο). Αν βαρεθεί θα βγάλει τη φωτογραφική μηχανή και θα χαζεύει τις φωτογραφίες που έχει ήδη βγάλει μιλώντας ψιθυριστά στους διπλανούς του (είδες που έβγαλα φωτογραφία το χταπόδι της ταβέρνας – καλά τα σπάει).

Η παλιά καραβάνα. Όλους τους έχει δει: Κουν, Μινωτή, Παξινού, Ροντήρη, Συνοδινού και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του! «Τι να μας πουν και οι σημερινοί… Οι παλιοί ήταν αλλιώς!  Θέλει χλαμύδα η τραγωδία» κλπ! Σνομπάρει οτιδήποτε έχει φτιαχτεί από το 1990 και μετά και ανατριχιάζει με τις μοντέρνες προσεγγίσεις. «Μα είναι δυνατόν ο χορός να φοράει τζιν και all star (Αίας, ΚΘΒΕ 1996); Και να σπάνε καρπούζια μέσα στην ορχήστρα (Αγαμέμνονας, Α. Μπρούσκου 2008); Αί-σχος. Μπάτε σκύλοι αλέστε έγινε η Επίδαυρος!» Μετά την παράσταση θα περάσει και μια βόλτα από το Λεωνίδα στο Λυγουριό για να τιμήσει την παράδοση και να θαυμάσει τα πορτραίτα των «παλιών» στους τοίχους. Εκεί θα ξαναπεί, για μια ακόμα φορά, τη φράση «Ααααχ! Εσείς φύγατε και μας αφήσατε με τους ατάλαντους» και μετά θα αφοσιωθεί στα μαγειρευτά της κυρίας Κάκιας.

Ο εθνοκεντρικός. Είχε πολλαπλούς οργασμούς με την Ηλέκτρα του Θεσσαλικού (1993) όταν ο Κ. Τσιάνος αντλώντας έμπνευση από την ελληνική παράδοση και αγνοώντας (σκηνοθετική αδεία) τις ιστορικές ασυνέχειες έντυσε με παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές  τους ηθοποιούς γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στην αρχαία και τη νεότερη Ελλάδα. Από τότε δεν του άρεσε τίποτα άλλο που παίχτηκε στο θέατρο ενώ απεχθάνεται ιδιαιτέρως, τους ξένους συντελεστές των παραστάσεων. «Φέραμε τούς ξένους στην Επίδαυρο και την κατέστρεψαν» αυτή είναι η αγαπημένη του ατάκα. Και θα την τσοντάρει σε συζητήσεις με οποιοδήποτε θέμα: για την παράσταση, τα σκηνικά, την τρόικα, την αναπαραγωγή της φώκιας κλπ. «Αν πηγαίναμε εμείς στη χώρα τους θα μας άφηναν να ντύσουμε τσολιά τον Ριχάρδο τον τρίτο; Αυτοί γιατί ντύσανε δερβίση τον Ιάσονα» (Μήδεια, Α. Βασίλιεφ, 2008); Αυτές και άλλες παρόμοιες ευλογοφανείς απορίες που στερούνται ουσίας επιστρατεύονται για να τεκμηριώσουν τη μοναδικότητα του ελληνικού πνεύματος και να καταδείξουν το σκοτεινό, ανθελληνικό ρόλο των ξένων παραγωγών της Επιδαύρου. Ο παραλογισμός του εθνοκεντρισμού στην θεατρόφιλη εκδοχή της.

Ο Ευρωλιγούρης.  Δώσ’ του Schaubühne, Peter Stein, Kevin Spacey και Sam Mendes και πάρ’ του την ψυχή! Έχει βαρεθεί τα θέατρα Τέχνης και τα Αμφιθέατρα του Ευαγγελάτου, ο ΘΟΚ του μυρίζει χαλούμι και το ΚΘΒΕ τουλουμοτύρι. Σε αυτόν όμως αρέσουν μόνο τα ευρωπαϊκά τυριά και για αυτό απολαμβάνει μόνο τις ξένες παραγωγές του Φεστιβάλ. Δεν παρακολουθεί ποτέ ελληνικές κωμωδίες (δεν πάω στο Δελφινάριο καλύτερα να δω τον Σεφερλή – τον οποίο εγκωμιάζει και ο Κ. Γεωργουσόπουλος;) αντιθέτως θυμάται ακόμα τη Λυσιστράτη του Peter Hall το 1994 και στην ανάμνηση αυτή δακρύζει (δεν φτιάχνουν τέτοιες παραστάσεις οι Έλληνες – χρειάζεται μια αποστασιοποίηση). Ακόμα απορεί πως γινόταν τόσα χρόνια να μην παίζουν έργα του William Shakespeare και του Samuel Beckett στην Επίδαυρο και να επιμένουν αποκλειστικά στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Κάθε δεύτερο βράδυ ανάβει λαμπάδα παρακαλώντας να μείνει διευθυντής του Φεστιβάλ ο Γ. Λούκος που άνοιξε το δρόμο για περισσότερες ξένες παραγωγές και για ευρύτερο ρεπερτόριο στην Επίδαυρο.

Zuperman

Advertisements