Το παρακάτω μνημείο του γραπτού λόγου το συνέταξα πέρσι, αλλά θα το δημοσιεύσω και φέτος για τους εξής λόγους:

α) Πέρσι το είχαν διαβάσει 6 συνολικά άτομα, τα οποία γνωρίζω προσωπικά.

β) Η αιχμηρή μου πένα έχει χαρακτηριστεί από έλληνες και διεθνείς πεζοκριτικούς ως «πάντα επίκαιρη»

γ) Το Blog μας χτυπήθηκε από την κρίση και κάνουμε περικοπές, οπότε βάζουμε επαναλήψεις

και δ) βαριέμαι να γράψω άλλο

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Το ‘ξεφάντωμα’ (όπως γράφουν τα προγράμματα των Δήμων) του καρναβαλιού ακολουθεί η παράνοια της Καθαρής Δευτέρας. Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η εν λογω μέρα προφανώς δεν πήρε το όνομά της από την ποιότητα των εδωδίμων που σερβίρονται τη συγκεκριμένη ημέρα στα κάθε λογής εξοχικά ταβερνάκια.

Η δεύτερη ότι, όπως κάθε νεοελληνική αγελαία παρόρμηση που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και η ημέρα αυτή χωρίζεται σε σταθερά, κοινά για όλους, κεφάλαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Η εξοχή.

Αφού όλη την προηγούμενη εβδομάδα ρουφήξουμε κάθε σταγόνα μετεωρολογικής πληροφορίας και νιώσουμε την καρδιά μας να χτυπά δυνατά την ώρα που ο παρουσιαστής κραυγάζει την αγωνία του πανελληνίου στον παραθυράτο επιστήμονα για το αν θα μας κάνει ‘καλό καιρό’ (που φέτος – όπως και πέρσι – δεν θα κάνει), στοιβαζόμαστε στο Accent με την πεθερά ή απλωνόμαστε στην Cayenne με την ξανθιά (εμάς δεν μας πιάνει η κρίση) και μποτιλιαριζόμαστε σαν να εγκαταλείπουμε περιοχή μετά από διαρροή πυρηνικού αντιδραστήρα.

Κατά τη διάρκεια της ευχάριστης αυτής εμπειρίας το πρώτο αμάξι ζέχνει από τη μυρωδιά των φαγητών που έχουμε κουβαλήσει μαζί μας σε ποσότητες για να χορτάσει ο Πάγκαλος (μαζί με αυτούς που τον γιουχάρουν) και το δεύτερο από το άρωμα της ξανθιάς, αλλά το επώνυμο γυαλί ηλίου είναι τόσο σταθερά σφηνωμένο που έχει φράξει τη ρινική κοιλότητα και έτσι κανείς δε νοιάζεται.

Μετά από μια αιωνιότητα και μια μέρα φθάνουμε, και αφού αγνοήσουμε την πρωτότυπη επισήμανση του αυτοδίδακτου ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων της παρέας ότι ‘θα τελειώσει η μπαταρία’ βάζουμε το τελευταίο CD του περιοδικού ‘Πίστα’ σε ένταση τέτοια που να διατρανώνει σε απόσταση τουλάχιστον 2 χλμ. τον έμφυτο γραψαρχιδισμό μας, και τότε τελετουργικά, σχεδόν λάγνα, λύνουμε τη ζώνη μας. Δεν θα αυτομαστιγωθούμε. Απλώς μπαίνουμε στο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Βουρ στον πατσά.

Ο πατσάς είναι βέβαια σχήμα λόγου αφού οι νεοέλληνες τον έχουν συνδυάσει με άλλες μορφές ποιοτικής διασκέδασης και όχι με τα … παραδοσιακά ‘κούλουμα’. Το έθιμο επιβάλλει τη συγκεκριμένη ημέρα τη βρώση κάθε είδους ‘νηστίσιμης’ αηδίας που έχουμε πληρώσει για μπον φιλέ, ενώ αν θέλουμε και ουζάκι στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι (τα υποκοριστικά δεν χρησιμοποιούνται τυχαία, εκφράζουν το γλειωδέστατο εξωραϊσμό της κατάστασης) τότε θα κάνουμε πλούσιο, εκτός από το γαστρεντερολόγο, και τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας.

Αξίζει όμως, γιατί πότε άλλοτε θα φάς και θα πιείς τυλιγμένος σε πλαστικό, όπως αυτά με τα οποία κλείνουν τις βεράντες οι προνοητικοί αυτοί άνθρωποι; Πότε άλλοτε θα περιμένεις σαν δουλοπάροικος να ξεκουμπιστούν οι ‘προηγούμενοι’ που φαίνεται ότι έχουν έρθει με σκοπό να διανυκτερεύσουν; Προσοχή όμως: Είπαμε νηστεία, ίσον στέρηση και εγκράτεια. Πιάσε και μία γαρίδες σαγανάκι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Ο χαρταετός πεθαίνει στον αέρα.

Ο παχουλός μπόμπιρας κοιτάζει βαριεστημένα. Ακολουθεί ακόμη πιο βαριεστημένα. Σκέφτεται πόσες πολύτιμες ώρες playstation πάνε χαμένες. Εκείνος, 50άρης, καραφλοχέτουλας, αφού διέταξε τη γυναίκα του να μαζέψει τα τάπερ, πιπιλίζει ένα Marlboro που δεν μπορεί να βγάλει από το στόμα, γιατί και τα δύο του χέρια είναι απασχολημένα με το να προσπαθεί να σηκώσει ένα πλαστικό αετό που φέρει το έμβλημα του ‘Θρύλου’ σε ελεύθερη καλλιτεχνική απόδοση. Για να το πετύχει, τρέχει  και φωνάζει (με κίνδυνο να του πέσει το Marlboro) στον πάντα βαριεστημένο μικρό ‘αμόλα, αμόλα’ προσφέροντας απλόχερα το ευγενές θέαμα της ρυθμικής ταλάντωσης του λίπους της κοιλιακής του χώρας που ξεπροβάλλει μέσα από το ανοικτό, φυσικά, πουκάμισο και πάνω από τη ζώνη.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο τύπος αυτός επιδίδεται στη συγκεκριμένη δραστηριότητα θεωρώντας ότι κάνει κάτι σοβαρό. Στην πραγματικότητα το μόνο σοβαρό που υπάρχει σε κάτι τέτοιο είναι ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας, σε περίπτωση που το πλαστικό εξάμβλωμα μπλεχτεί σε ηλεκτροφόρα καλώδια. Στο τέλος, αφού συμβιβαστεί με βασικούς νόμους της φυσικής, κατά τους οποίους ο κακότεχνος αετός αποκλείεται να πετάξει και βρίσει τον απορημένο πιτσιρικά για την ‘επιμονή’ του, μαζεύει την οικογένεια, όχι όμως και το σκουπιδαριό που άφησε και παίρνει το δρόμο της επιστροφής, ικανοποιημένος που σαν καλός χριστιανός δεν έφαγε κρέας αλλά ήπιε τρεις σόδες για να χωνέψει και έβγαλε βόλτα τα μικρά.

Μετά τιμής

TheGrecian

Advertisements